Ἀσιάρχης


Ἀσιάρχης
Ἀσιάρχης
an Asiarch
masc nom sg
Ἀσιαρχέω
an Asiarch
imperf ind act 2nd sg (doric aeolic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ασιάρχης — ο (Α) αρχιερέας της λατρείας του αυτοκράτορα της Ρώμης στην Ασία …   Dictionary of Greek

  • Ἀσιαρχῶν — Ἀσιάρχης an Asiarch masc gen pl Ἀσιαρχέω an Asiarch pres part act masc nom sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσιάρχην — Ἀσιάρχης an Asiarch masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀσιάρχας — Ἀσιάρχᾱς , Ἀσιάρχης an Asiarch masc acc pl Ἀσιάρχᾱς , Ἀσιάρχης an Asiarch masc nom sg (epic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ԱՍԻԱՊԵՏ — (ի, աց.) NBH 1 0314 Chronological Sequence: Early classical գ. ἁσίαρχης asiae princeps Իշխան կողմանցն ասիոյ: Գծ. ՟Ժ՟Բ 31 …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)